άκακος

[акакос] εκ. незлобивый, безобидный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άκακος" в других словарях:

  • Ἄκακος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκακος — unknowing of ill masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκακος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Λυκάονα. Ίδρυσε την αρκαδική πόλη Ακακήσιον. Ο Ά., κατά τις αρκαδικές παραδόσεις, ήταν ο τροφός του Ερμή στην παιδική ηλικία του. * * * η, ο (Α ἄκακος, ον) 1. ο δίχως κακία, άδολος, καλοκάγαθος 2. απλοϊκός, αφελής,… …   Dictionary of Greek

  • άκακος — η, ο επίρρ. α αγαθός, ήσυχος, αθώος: Είναι άνθρωπος άκακος σαν αρνί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκακώτερον — ἄκακος unknowing of ill masc acc comp sg ἄκακος unknowing of ill neut nom/voc/acc comp sg ἄκακος unknowing of ill adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκακώτατον — ἄκακος unknowing of ill masc acc superl sg ἄκακος unknowing of ill neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάκως — ἄκακος unknowing of ill adverbial ἄκακος unknowing of ill masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκακον — ἄκακος unknowing of ill masc/fem acc sg ἄκακος unknowing of ill neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκακωτάταις — ἄκακος unknowing of ill fem dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκακωτάτοις — ἄκακος unknowing of ill masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.